Το “ψαγμένο” ραδιόφωνο


Αρχικά θα πρέπει να αποδεχτούμε πως ζώντας πια στην εποχή του ίντερνετ και γενικά σε μία περίεργη εποχή, δόθηκε μεγάλη ελευθερία στη φυλή μας και όποτε έγινε πάλι αυτό στο παρελθόν, δεν τα καταφέραμε και πολύ καλά.
Κάτι τέτοιο έγινε και με τη μουσική τη δεκαετία που μας πέρασε. Κάθε εβδομάδα υπήρχαν στα ράφια των δισκοπωλείων πάνω από 10 νέες εγχώριες κυκλοφορίες, νέων ταλαντούχων και μη κυρίως ερμηνευτών. Όλοι είχαμε έναν γνωστό που βρήκε ένα μπαρ, μια πιτσαρία, ένα περίπτερο να παίξει τα κομμάτια του. Ακόμα και εμείς οι ίδιοι γίναμε από ακροατές, στιχουργοί και συνθέτες μέχρι που έφτασε η στιγμή που μόνοι μας τα παίζαμε, μόνοι μας τα ακούγαμε.  
Τώρα που πέρασε αυτή η μόδα και αλλάξαμε και δεκαετία, ξεκίνησε η φάση του “Είμαι και εγώ ραδιοφωνικός παραγωγός”.
Ραδιοπειρατεία και πάλι λοιπόν, χρόνια μετά και αυτή τη φορά διαδικτυακή. Το διαδικτυακό ραδιόφωνο είναι το μέλλον και αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Όχι όμως με τον τρόπο που ο κάθε ραδιοφωνατζής σηκώνεται από τον απογευματινό του καφέ, στήνει ένα ραδιόφωνο στα γρήγορα, πιάνει ένα μικρόφωνο και παίζοντας τα σουξέ της εβδομάδας,  με μία ήδη φτιαγμένη και κατανεμημένη σύμφωνα με τα γούστα του διευθυντή προγράμματος playlist, προσέχοντας μήπως και πει κάτι που μπορεί να βάλει σε σκέψη τον ακροατή.  
Οπ! Να και ένα άλλο θέμα που άφορα την όλη κατάσταση, μη χασμουριέσαι, δε θα διαβάσεις ένα ακόμα κείμενο εναντίον της playlist.
Η playlist, τουλάχιστον στο εξωτερικό όπου το ραδιόφωνο χαρακτηρίζεται πλέον σαν μία βιομηχανία, είναι, αν όχι ένα καθεστώς, απλά απαραίτητη. Την playlist την εφάρμοσαν μέχρι και οι ξακουστοί κολεγιακοί ραδιοφωνικοί σταθμοί στις ΗΠΑ που κάποτε έπαιζαν μουσική από συγκροτήματα που αργότερα άλλαξαν τη ζωή μας.  
Έτσι και εγώ δεν είμαι από αυτούς που κατακρίνουν την playlist, αλλά κατακρίνω τον τρόπο που τις περισσότερες φορές φτιάχνεται. Από 2-3 άτομα που δύσκολα θα παίξουν κάτι που δεν έχει δοκιμαστεί από άλλους ή δεν έχει χαρακτηριστεί ως ραδιοφωνικό hit δείχνοντας έτσι την ύπαρξη των υπερτεράστιων δισκογραφικών εταιριών. Διότι πως θα πουλήσουν τα cd τους, αν ακούμε στα ραδιόφωνα κομμάτια από το τελευταίο cd των Beatles.
Εννοείται πως δεν κατακρίνω άμεσα το playlist ραδιόφωνο και όλο αυτό που γίνεται, γιατί και σε αυτούς τους σταθμούς σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι με γνώσεις και μεράκι, ραδιοφωνικοί παραγωγοί που υποστηρίζουν τη δική τους προσωπική γνώμη και δουλεύουν σύμφωνα με μια δικιά τους αισθητική.
Γι’ αυτή την απαξίωση των παραγωγών και γενικά του ραδιοφώνου όμως, σίγουρα έχουμε μερίδιο και εμείς που έχουμε κάτσει πίσω από το ένα μικρόφωνο και ξεχάσαμε πολλές φορές το λόγο που κάνουμε ραδιόφωνο. Υπήρχαν στιγμές που ξεχνούσαμε τους ακροατές μας και κάναμε ραδιόφωνο για την παρέα μας, τη γκόμενα μας ή για την ριμάδα τη ζωή.  Αγχωθήκαμε να δείξουμε ποιοι είμαστε ή πολλές φορές ποιοι δεν είμαστε κάνοντας απλά συμμέτοχο τον εκάστοτε ακροατή. 
Αυτό το κείμενο γενικά δεν ταιριάζει και πολύ με τη δεοντολογία μου γιατί δε μου αρέσει και πολύ να σχολιάζω επίσημα κάτι που είμαι μέρος του. Όμως το ραδιόφωνο στο μέλλον πρέπει να είναι σωστό. Με λίστες η χωρίς, εμπορικό η μη, χωρίς να είναι απαραίτητα ψαγμένο, η ιστορία με το ψαγμένο δεν αξίζει και πολλά, γιατί όλα τα λάθη σχεδόν ξεκίνησαν να γίνονται από τότε που κάποιος χρησιμοποίησε αυτή τη γελοία λέξη. Θα βοηθήσουν σε αυτό οι παραγωγοί που θα κάνουν εκπομπή για τους ακροατές τους και θα παίζουν τη μουσική που αρέσει στους ίδιους και όχι “αυτά που θέλει ο κόσμος”.
Γιατί ο κόσμος δε ξέρει!
Αυτό όμως συμβαίνει επειδή δεν είναι υποχρεωμένος να ξέρει, σε αντίθεση με τον παραγωγό που πληρώνεται για να ψάχνεται, να ακούει καινούρια μουσική και να προτείνει, διαμορφώνοντας έτσι το γούστο του ακροατή και κερδίζοντας έτσι την εμπιστοσύνη του. Κάποιοι ήδη το κάνουν, όπως πάντα ήξεραν και το έκαναν, είτε μέσα από τα ερτζιανά όπως και στο παρελθόν, είτε μέσα από το διαδικτυακό ραδιόφωνο.
Κάπως έτσι, όλο αυτό το παιχνίδι θα γίνει πιο όμορφο και ενδιαφέρον.


Pages